Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΤΑΡΡΕΙ Η ΠΑΙΔΕΙΑ: Η «ΜΕΓΑΛΗ ΑΛΛΑΓΗ» ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΣΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ – ΛΙΓΟΙ ΝΕΟΙ, ΠΟΛΛΟΙ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΙ ΣΤΟΝ ΠΑΤΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ – ΠΡΩΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ ΜΕ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ

 



VIVLIA_SXOLEIO

Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που γερνά, νέοι που απομακρύνονται από το επάγγελμα του εκπαιδευτικού,

αναπληρωτές που καλούνται να καλύψουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των αναγκών, μισθοί που παραμένουν καθηλωμένοι πολύ κάτω από τα ευρωπαϊκά επίπεδα και εκπαιδευτικοί που οδηγούνται στα όρια της επαγγελματικής εξουθένωσης. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα της ελληνικής εκπαίδευσης, όπως αποτυπώνεται στη νέα μελέτη του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ, πίσω από τις κυβερνητικές εξαγγελίες περί «αναβάθμισης» του σχολείου και ψηφιακού μετασχηματισμού της Παιδείας.

Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι και αποκαλύπτουν ένα πρόβλημα που δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από επικοινωνιακές παρουσιάσεις, διαδραστικούς πίνακες, ψηφιακές πλατφόρμες και μεγαλόστομες ανακοινώσεις. Το σχολείο της Ελλάδας του 2026 βρίσκεται αντιμέτωπο με μια βαθιά κρίση στελέχωσης, ηλικιακής ανανέωσης, αμοιβών και εργασιακών συνθηκών, την ώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξακολουθεί να παρουσιάζει την Παιδεία κυρίως μέσα από αριθμούς επενδύσεων και τεχνολογικού εξοπλισμού.

Το σχολικό έτος 2023-2024 υπηρετούσαν συνολικά 185.668 εκπαιδευτικοί στην προσχολική, την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Πίσω όμως από τον συνολικό αριθμό κρύβεται μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα. Στα νηπιαγωγεία οι αναπληρωτές αποτελούν το 33,1% του διδακτικού προσωπικού, στα δημοτικά το 25,6%, στην επαγγελματική εκπαίδευση το 24,2%, στα γυμνάσια το 21,2% και στα γενικά λύκεια το 14,3%.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα της τελευταίας δεκαετίας. Από το 2015 έως το 2024, οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί μειώθηκαν κατά 13% στα γυμνάσια, κατά 13,4% στα γενικά λύκεια και κατά 12,6% στην επαγγελματική εκπαίδευση. Στα δημοτικά η μείωση των μόνιμων έφτασε το 6%. Την ίδια περίοδο, οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 403,3% στα γυμνάσια, 215,3% στα γενικά λύκεια, 202,1% στην επαγγελματική εκπαίδευση και 178,6% στα δημοτικά.

Με άλλα λόγια, η προσωρινότητα δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση. Έχει μετατραπεί σε βασικό μηχανισμό λειτουργίας του σχολείου. Και αυτό συμβαίνει έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση έχει επανειλημμένα μιλήσει για «στήριξη» της εκπαίδευσης και «ενίσχυση» του ανθρώπινου δυναμικού.

Την ίδια στιγμή, το ελληνικό σχολείο γερνά επικίνδυνα. Στην κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση μόλις το 1,4% των εκπαιδευτικών είναι κάτω των 30 ετών, ενώ στην ανώτερη δευτεροβάθμια το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 1,6%. Στον αντίποδα, οι εκπαιδευτικοί άνω των 50 ετών αποτελούν το 57,8% και το 58,3% αντίστοιχα. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης ως προς την παρουσία εκπαιδευτικών κάτω των 30 ετών και στις δύο βαθμίδες.

Οι αριθμοί αυτοί δεν είναι απλώς στατιστικά στοιχεία. Είναι προειδοποίηση για το μέλλον του δημόσιου σχολείου. Για κάθε εκπαιδευτικό κάτω των 30 ετών αντιστοιχούν περίπου 41 εκπαιδευτικοί άνω των 50 στα γυμνάσια και περίπου 36 στα γενικά λύκεια. Το ερώτημα είναι πλέον προφανές: ποιος θα βρίσκεται μέσα στις σχολικές αίθουσες τα επόμενα χρόνια, όταν ένα μεγάλο μέρος του σημερινού προσωπικού θα αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης;

Και ενώ η κυβέρνηση θα μπορούσε να έχει προετοιμάσει εδώ και χρόνια ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανανέωσης του εκπαιδευτικού δυναμικού, η πραγματικότητα δείχνει ότι η χώρα κινείται με καθυστέρηση και διαρκείς προσωρινές λύσεις. Οι αναπληρωτές καλούνται να λειτουργήσουν ως μόνιμο υποκατάστατο ενός σταθερού συστήματος διορισμών, ενώ οι ανάγκες των σχολείων μετατρέπονται κάθε χρόνο σε αγώνα δρόμου για την κάλυψη κενών.

Την ίδια ώρα, το μισθολογικό χάσμα προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη αγανάκτηση. Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί αμείβονται αισθητά χαμηλότερα από τους συναδέλφους τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στον ΟΟΣΑ. Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση οι αποδοχές αντιστοιχούν στο 69,3% των αποδοχών εργαζομένων με αντίστοιχο μορφωτικό επίπεδο, όταν στην ΕΕ-25 το ποσοστό φτάνει το 82,3% και στον ΟΟΣΑ το 82,6%.

Στην κατώτερη και την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα είναι 72,2%, έναντι 84,9% και 89,9% στην ΕΕ-25 και 86,6% και 90,7% στον ΟΟΣΑ. Ο αρχικός θεσμοθετημένος μισθός ανέρχεται στην Ελλάδα σε 23.363 δολάρια σε όρους αγοραστικής δύναμης, έναντι 43.526 στην ΕΕ-25 και 44.465 στον ΟΟΣΑ. Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι στην 38η και τελευταία θέση μεταξύ 38 χωρών.

Ακόμη πιο σκληρή είναι η εικόνα όταν εξετάζεται η εξέλιξη των αποδοχών. Μετά από 15 χρόνια υπηρεσίας, ο θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα φτάνει τα 30.627 δολάρια, όταν στην ΕΕ-25 ανέρχεται στα 57.317 και στον ΟΟΣΑ στα 59.673. Στο ανώτατο μισθολογικό κλιμάκιο οι ελληνικές αποδοχές φτάνουν τα 45.153 δολάρια, παραμένοντας πολύ χαμηλότερα από τα περίπου 70.000 δολάρια της ΕΕ-25 και του ΟΟΣΑ.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η πραγματική αξία των μισθών υποχώρησε ακόμη περισσότερο. Από το 2015 έως το 2024, ο πραγματικός αρχικός θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 6,2%, ενώ ο μισθός μετά από 15 χρόνια υπηρεσίας μειώθηκε κατά 8,4%. Στον ΟΟΣΑ, αντίθετα, καταγράφηκε κατά μέσο όρο αύξηση 14,9% στον αρχικό μισθό και 8,8% στον μισθό μετά από 15 χρόνια.

Αυτή είναι η «αναβάθμιση» της Παιδείας που καλούνται να βιώσουν οι εκπαιδευτικοί: περισσότερες απαιτήσεις, περισσότερη πίεση και πραγματικές αποδοχές που δεν ακολουθούν ούτε τις ανάγκες της ζωής ούτε την αντίστοιχη εξέλιξη στις άλλες χώρες.

Παράλληλα, η καθημερινότητα μέσα στο σχολείο γίνεται ολοένα πιο απαιτητική. Ο εκπαιδευτικός καλείται να διαχειριστεί διαφορετικές μαθησιακές ανάγκες, να προσαρμοστεί στις νέες τεχνολογίες, να επιμορφωθεί, να ανταποκριθεί σε αυξημένες διοικητικές και παιδαγωγικές υποχρεώσεις και ταυτόχρονα να συνεχίσει να εργάζεται κάτω από ασφυκτική πίεση χρόνου.

Στην ιδιωτική εκπαίδευση, το 57,9% δηλώνει ότι αντιμετωπίζει συχνά ή τακτικά πίεση χρόνου και αυξημένο φόρτο εργασίας, ενώ το 31,8% αναφέρει ότι εργάζεται στον ελεύθερο χρόνο του. Το 48,7% όσων εκτίθενται σε σχετικούς παράγοντες αναφέρει αύξηση του εργασιακού άγχους, το 39,7% πονοκεφάλους ή καταπόνηση των ματιών και το 22,3% συνολική κόπωση και εξάντληση.

Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, έρευνα της ΔΟΕ σε 3.021 εκπαιδευτικούς καταγράφει δείκτη επαγγελματικής εξουθένωσης 51,47 στα 100. Το 85% αναφέρει υπερβολικό φόρτο εργασίας, το 64% έλλειψη σεβασμού προς το επαγγελματικό του έργο, το 56% ανεπαρκή υποστήριξη από τη διοίκηση της εκπαίδευσης και το 52% θεωρεί ανεπαρκή τη συνεχή επαγγελματική ανάπτυξη και επιμόρφωση.

Κι όμως, την ώρα που αυτά τα στοιχεία χτυπούν καμπανάκι, η κυβερνητική συζήτηση για την Παιδεία συχνά εξαντλείται σε επικοινωνιακές παρουσιάσεις, εγκαίνια, ψηφιακές εφαρμογές και εξοπλισμούς. Η τεχνολογία μπορεί να είναι χρήσιμη, όμως κανένας διαδραστικός πίνακας δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον εκπαιδευτικό που λείπει από την τάξη, κανένα ψηφιακό εργαλείο δεν μπορεί να διορθώσει έναν μισθό που δεν ανταποκρίνεται στο κόστος ζωής και καμία πλατφόρμα δεν μπορεί να εξαφανίσει την επαγγελματική εξουθένωση.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι το ίδιο το επάγγελμα χάνει την ελκυστικότητά του για τους νέους. Στα παιδαγωγικά τμήματα το ποσοστό των πρώτων προτιμήσεων μειώθηκε από 9,2% το 2021 σε 8,2% το 2026. Στα τμήματα Φιλολογίας η κάλυψη των θέσεων το 2026 ήταν μόλις 65,1%, αφήνοντας 1.243 κενές θέσεις, ενώ στα Μαθηματικά η κάλυψη έφτασε μόλις το 44,5%, με 585 κενές θέσεις.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αποτυχία ενός συστήματος που υποτίθεται ότι σχεδιάζει το μέλλον. Όταν οι νέοι δεν βλέπουν την εκπαίδευση ως ελκυστική επαγγελματική επιλογή, όταν οι μισθοί υπολείπονται δραματικά των ευρωπαϊκών, όταν η εργασιακή πίεση αυξάνεται και όταν η προσωρινότητα γίνεται κανονικότητα, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς «μερικές κενές θέσεις». Είναι πρόβλημα βιωσιμότητας ολόκληρου του δημόσιου σχολείου.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να συνεχίσει να παρουσιάζει μια εικόνα εκσυγχρονισμού της Παιδείας. Οι αριθμοί όμως παρουσιάζουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Ένα σχολείο που γερνά, εκπαιδευτικούς που εξαντλούνται, νέους που δεν επιλέγουν εύκολα το επάγγελμα και ένα μισθολογικό σύστημα που κατατάσσει την Ελλάδα στην τελευταία θέση μεταξύ 38 χωρών.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι αν θα ανοίξουν τα σχολεία κάθε Σεπτέμβριο. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι σχολείο θα παραδώσει η σημερινή πολιτική στις επόμενες γενιές. Ένα σχολείο στελεχωμένο με μόνιμους εκπαιδευτικούς, αξιοπρεπείς μισθούς και ανθρώπινες συνθήκες εργασίας ή ένα σχολείο που θα στηρίζεται όλο και περισσότερο σε αναπληρωτές, εξουθενωμένους εκπαιδευτικούς και διαρκή «μπαλώματα»;

Η μελέτη του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ δεν αφήνει πολλά περιθώρια για κυβερνητικούς πανηγυρισμούς. Το πρόβλημα της Παιδείας δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθύ, δομικό και πλέον μετρήσιμο. Και όσο η κυβέρνηση επιμένει να αντιμετωπίζει την εκπαίδευση κυρίως ως πεδίο εξαγγελιών και επικοινωνιακής διαχείρισης, τόσο μεγαλώνει ο λογαριασμός που θα κληθούν να πληρώσουν οι μαθητές, οι εκπαιδευτικοί και συνολικά η ελληνική κοινωνία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: