Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

ΔΕΘ: ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ «ΚΟΛΠΟ» ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΚΟ ΜΙΣΘΟ – ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΠΕ Ο ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ ΣΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ – ΤΟ 1/5 ΠΑΙΡΝΕΙ Η ΕΦΟΡΙΑ, 4 ΣΤΑ 10 ΕΥΡΩ Ο ΕΦΚΑ – Ο ΑΔΙΑΝΟΗΤΟΣ ΚΑΙ ΑΙΣΧΡΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ ΤΟΥ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΙΑΡΗ

 



VASIKSO

Ο βασικός μισθός στην Ελλάδα φαίνεται πως έχει φτάσει πλέον στο όριο της κυβερνητικής

«γενναιοδωρίας». Και πίσω από τις πανηγυρικές εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ για αυξήσεις στους μισθούς, αποκαλύπτεται μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα: αυξήσεις που σε μεγάλο βαθμό εξανεμίζονται από τον πληθωρισμό, τη φορολογία και τις ασφαλιστικές κρατήσεις, την ώρα που το κόστος ζωής συνεχίζει να πιέζει ασφυκτικά τα νοικοκυριά.

Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι την άνοιξη του 2027 ο εισαγωγικός μισθός θα φτάσει στα 950 ευρώ, παρουσιάζοντας την εξέλιξη ως ακόμη ένα βήμα προς τον πολυδιαφημισμένο στόχο των 1.000 ευρώ. Όμως, όταν ο πληθωρισμός κινείται ήδη σε υψηλότερα επίπεδα, η ονομαστική αύξηση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πραγματική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης. Για τον εργαζόμενο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσα ευρώ θα γράφει το εκκαθαριστικό, αλλά πόσα προϊόντα και υπηρεσίες θα μπορεί πραγματικά να αγοράσει με αυτά.

Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα για την κυβερνητική αφήγηση. Γιατί πίσω από τους αριθμούς που παρουσιάζονται ως «μεγάλες αυξήσεις» υπάρχει μια πραγματικότητα που κάθε μήνα βιώνουν εκατομμύρια εργαζόμενοι: το εισόδημα τελειώνει πολύ πριν τελειώσει ο μήνας. Στέγαση, τρόφιμα, ενέργεια, καύσιμα και βασικές υπηρεσίες απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του μισθού, ενώ η κυβέρνηση εξακολουθεί να μιλά για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου σαν να πρόκειται για μια στατιστική άσκηση.

Από τα 751 ευρώ της τελευταίας Συλλογικής Σύμβασης του 2010 μέχρι σήμερα, η ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού δεν σημαίνει ότι αποκαταστάθηκε αντίστοιχα η χαμένη αγοραστική δύναμη. Με τον ενδιάμεσο πληθωρισμό να έχει διαβρώσει την αξία του χρήματος, ο πραγματικός μισθός απέχει σημαντικά από την εικόνα που επιχειρεί να δημιουργήσει το κυβερνητικό επιτελείο.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, η κυβέρνηση εμφανίζεται ιδιαίτερα φειδωλή ακόμη και απέναντι σε μια στοιχειώδη αποκατάσταση των απωλειών. Η επαναφορά της προσαύξησης της πρώτης τριετίας για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις παρουσιάζεται ως σημαντική παρέμβαση, ενώ στην πραγματικότητα αφορά εργαζόμενους που επί χρόνια είδαν την εξέλιξη των αποδοχών τους να παγώνει.

Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει ως επιτυχία μια πολιτική που αφήνει ανέγγιχες τις βαθύτερες παθογένειες της αγοράς εργασίας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ χαμηλά σε επίπεδο παραγωγικότητας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που συνδέεται όχι μόνο με την εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού αλλά και με το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων, την περιορισμένη τεχνολογική αναβάθμιση και το μοντέλο της μικρής και πολύ μικρής επιχείρησης.

Και εδώ βρίσκεται μια ακόμη μεγάλη αντίφαση. Οι εργαζόμενοι καλούνται να πληρώσουν το τίμημα ενός παραγωγικού μοντέλου που δεν επενδύει αρκετά στην τεχνολογία, στην εκπαίδευση και στην αύξηση της παραγωγικότητας. Οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και η κυβέρνηση παρουσιάζει κάθε μικρή ονομαστική αύξηση ως θρίαμβο, αντί να αντιμετωπίσει τις αιτίες που κρατούν τις αποδοχές καθηλωμένες.

Την ίδια ώρα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με υψηλή φορολογία και αυξημένο κόστος λειτουργίας, ενώ οι εργαζόμενοι καταλήγουν να βρίσκονται στη μέση. Από τη μία πιέζονται οι επιχειρήσεις από το κόστος εργασίας και από την άλλη οι εργαζόμενοι βλέπουν μεγάλο μέρος της αύξησης να χάνεται σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Τα 920 ευρώ μεικτά που αντιστοιχούν στον κατώτατο μισθό μεταφράζονται σε περίπου 756 ευρώ καθαρά, σύμφωνα με τα στοιχεία του κειμένου. Και ενώ ο εργαζόμενος βλέπει ένα περιορισμένο ποσό να καταλήγει στην τσέπη του, το συνολικό κόστος για την επιχείρηση είναι αισθητά υψηλότερο. Η διαφορά αυτή αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο το πρόβλημα της υπερφορολόγησης και των υψηλών ασφαλιστικών επιβαρύνσεων στην εργασία.

Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να παρουσιάσει στη ΔΕΘ μια εικόνα σχεδόν ειδυλλιακή. Οι αριθμοί που ακούστηκαν από το βήμα της ΔΕΘ μπορεί να δημιουργούν εντυπώσεις, αλλά η καθημερινότητα των εργαζομένων είναι πολύ πιο σκληρή. Γιατί άλλο είναι να ανακοινώνεις έναν νέο ονομαστικό μισθό και άλλο να εξασφαλίζεις ότι αυτός ο μισθός προσφέρει πραγματική αξιοπρέπεια.

Τα μεγάλα λόγια δεν πληρώνουν το ενοίκιο, δεν γεμίζουν το καλάθι του σούπερ μάρκετ και δεν καλύπτουν τους λογαριασμούς. Και όσο η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει ως «μεγάλη αύξηση» κάθε μικρή μεταβολή στον ονομαστικό μισθό, τόσο μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική προπαγάνδα και την πραγματικότητα που βιώνει ο πολίτης.

Οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, επομένως, δεν μπορούν να κριθούν από τα χειροκροτήματα και τις πανηγυρικές διατυπώσεις. Κρίνονται από το τι μένει στο πορτοφόλι του εργαζόμενου στο τέλος του μήνα. Και εκεί η εικόνα είναι πολύ λιγότερο εντυπωσιακή από αυτή που επιχείρησε να παρουσιάσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Γιατί όταν ο πληθωρισμός τρέχει, η φορολογία και οι εισφορές εξακολουθούν να αφαιρούν σημαντικό μέρος του εισοδήματος και το κόστος ζωής αυξάνεται, οι πανηγυρισμοί για έναν μισθό που παραμένει ανεπαρκής μοιάζουν περισσότερο με επικοινωνιακό τέχνασμα παρά με πραγματική οικονομική ανακούφιση. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η κυβερνητική αφήγηση συγκρούεται με την πραγματικότητα: οι εργαζόμενοι δεν ζουν με τα συνθήματα της ΔΕΘ, αλλά με τα χρήματα που τελικά τους μένουν στην τσέπη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: