
Την ώρα που τα ελληνικά νοικοκυριά βρίσκονται αντιμέτωπα με νέες
αυξήσεις στο κόστος των καυσίμων και της θέρμανσης, η κυβέρνηση προωθεί μια περιορισμένη δέσμη παρεμβάσεων, την ώρα που οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι καταγράφουν ιδιαίτερα υψηλή κερδοφορία.Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, η ΔΕΗ, η Helleniq Energy και η Motor Oil εμφανίζουν συνολικά λειτουργικά κέρδη άνω του 1 δισ. ευρώ, ενώ τα δύο μεγάλα διυλιστήρια της χώρας φέρονται να καταγράφουν αθροιστικά κέρδη προ φόρων περίπου 1,79 δισ. ευρώ. Σε σύγκριση με το 2021, η μεταβολή της κερδοφορίας τους παρουσιάζεται ιδιαίτερα μεγάλη, με αύξηση που υπολογίζεται περίπου στο 850%.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί ένα έντονο πολιτικό και οικονομικό ερώτημα: ποιος τελικά επωμίζεται το κόστος της ενεργειακής κρίσης και ποιος καρπώνεται τα οφέλη από τις αυξημένες τιμές και τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές;
Η μάχη για τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα καύσιμα. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μια σημαντική μείωσή του θα είχε δημοσιονομικό κόστος και θα δημιουργούσε προβλήματα ως προς το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό αμφισβητείται πολιτικά, καθώς αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν προχωρήσει σε παρεμβάσεις στη φορολογία των καυσίμων. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η Ισπανία, η Γερμανία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Σουηδία, η Αυστρία, η Πολωνία, η Κροατία, η Λετονία, η Λιθουανία και η Σλοβενία.
Η ευρωπαϊκή οδηγία 2003/96/ΕΚ θέτει ελάχιστα επίπεδα φορολόγησης για τα ενεργειακά προϊόντα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, οι περισσότερες από τις παραπάνω χώρες κινήθηκαν εντός αυτών των ορίων, ενώ ειδική έγκριση χρειάστηκε στις περιπτώσεις όπου ζητήθηκε παρέκκλιση κάτω από τα προβλεπόμενα κατώτατα επίπεδα.
Με βάση την ίδια προσέγγιση, μια ελληνική προσαρμογή των συντελεστών προς τα ελάχιστα επιτρεπόμενα επίπεδα θα μπορούσε θεωρητικά να οδηγήσει σε σημαντική μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης: περίπου 92,5% στον ΕΦΚ του πετρελαίου θέρμανσης, 48,7% στη βενζίνη και 25% στο πετρέλαιο κίνησης.
Η κυβερνητική παρέμβαση στο πετρέλαιο θέρμανσης
Αντί για μια τόσο μεγάλη φορολογική παρέμβαση, η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε μέτρα περιορισμένης έκτασης. Στο πετρέλαιο θέρμανσης έχει τεθεί ως στόχος η τιμή να διαμορφωθεί περίπου στα 1,70 ευρώ ανά λίτρο, με μέρος της μείωσης να προκύπτει από τη συνεισφορά των εταιρειών και μέρος από κρατική χρηματοδότηση.
Παράλληλα, έχει ανακοινωθεί η παράταση της επιδότησης των 10 λεπτών ανά λίτρο στη βενζίνη για τον Οκτώβριο, ενώ προβλέπονται περιορισμοί στα περιθώρια κέρδους εταιρειών εμπορίας και πρατηρίων.
Το πρόβλημα είναι ότι οι σημερινές τιμές απέχουν αισθητά από τα επίπεδα προηγούμενων ετών. Το πετρέλαιο θέρμανσης είχε διατεθεί πέρυσι περίπου στα 1,10 ευρώ το λίτρο, ενώ στα τέλη Απριλίου του 2026 βρισκόταν περίπου στα 1,25 ευρώ. Η νέα άνοδος, εφόσον συνεχιστεί, δεν επιβαρύνει μόνο την οικογενειακή θέρμανση αλλά αυξάνει το κόστος μεταφορών, παραγωγής και διανομής, με πιθανές επιπτώσεις σε ολόκληρη την αγορά.
Στο τραπέζι η φορολόγηση των υπερκερδών
Την ίδια στιγμή, στην Ευρώπη ανοίγει ξανά η συζήτηση για έκτακτες παρεμβάσεις στα κέρδη των ενεργειακών επιχειρήσεων.
Γερμανία, Ιταλία, Αυστρία, Ισπανία, Πορτογαλία και Πολωνία έχουν ζητήσει από τις Βρυξέλλες να εξεταστεί ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός φορολόγησης των αυξημένων κερδών των διυλιστηρίων. Το ζήτημα αναμένεται να απασχολήσει και το Eurogroup στις 15 Οκτωβρίου.
Παράλληλα, διαφορετικές χώρες έχουν εξετάσει ή εφαρμόσει εθνικές λύσεις. Στην Πολωνία έχει προταθεί έκτακτη επιβάρυνση 60% σε συγκεκριμένο τμήμα των αυξημένων εσόδων των εταιρειών καυσίμων, ενώ στην Πορτογαλία έχει προταθεί εισφορά 33% στο περιθώριο κέρδους που υπερβαίνει συγκεκριμένο επίπεδο αναφοράς. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο συνολικός φορολογικός συντελεστής για ορισμένα κέρδη από πετρέλαιο και φυσικό αέριο φτάνει στο 78%.
Στη Ρουμανία, παράλληλα, έχει παραταθεί ειδική εισφορά 0,5% επί των καθαρών εσόδων που αφορά δραστηριότητες όπως η εξόρυξη, η διύλιση και η εμπορία καυσίμων.
Ρεκόρ κερδών στα ελληνικά διυλιστήρια
Στην Ελλάδα, η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο έντονη λόγω των οικονομικών αποτελεσμάτων των μεγάλων ενεργειακών ομίλων.
Η Motor Oil εμφάνισε στο πρώτο εξάμηνο του 2026 κέρδη ύψους περίπου 686 εκατ. ευρώ, ενώ η Helleniq Energy ανακοίνωσε έσοδα περίπου 7 δισ. ευρώ και λειτουργικά κέρδη 1,32 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται.
Παράλληλα, δημοσιεύματα για τις εισηγμένες εταιρείες κάνουν λόγο για συνολικά καθαρά κέρδη που θα μπορούσαν να φτάσουν περίπου τα 13 δισ. ευρώ μέσα στο 2026, ενώ οι διανομές προς τους μετόχους κινούνται σε επίπεδα δισεκατομμυρίων ευρώ.
Η αντίθεση είναι εμφανής: από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις ενέργειας εμφανίζουν ισχυρή κερδοφορία· από την άλλη, οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος για καύσιμα, θέρμανση και μετακινήσεις.
Η διεθνής ενεργειακή κρίση και η Big Oil
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι αλλαγές στις διεθνείς ενεργειακές διαδρομές έχουν επηρεάσει σημαντικά τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Ανάλυση του Reuters εκτιμά ότι οι πέντε μεγάλοι δυτικοί πετρελαϊκοί όμιλοι BP, Chevron, ExxonMobil, Shell και TotalEnergies θα μπορούσαν να καταγράψουν συνολικά κέρδη περίπου 53 δισ. δολαρίων στο τρίτο τρίμηνο του 2026.
Η αναστάτωση στις παραδοσιακές διαδρομές μεταφοράς ενέργειας έχει αυξήσει τη σημασία της διύλισης, των μεταφορών και των νέων εμπορικών διαδρομών. Πετρέλαιο και LNG διακινούνται σε μεγαλύτερες αποστάσεις, ενώ οι εταιρείες επενδύουν σε πλοία, αποθηκευτικές εγκαταστάσεις και υποδομές εμπορίας προκειμένου να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα.
Ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;
Το βασικό πολιτικό ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο την τιμή ενός λίτρου βενζίνης ή πετρελαίου θέρμανσης. Αφορά το πώς κατανέμεται το κόστος μιας μεγάλης ενεργειακής κρίσης.
Η κυβέρνηση επιλέγει επιδοτήσεις, προσωρινές παρεμβάσεις και περιορισμούς στα περιθώρια κέρδους, ενώ αποφεύγει μια βαθύτερη αλλαγή στη φορολογία των καυσίμων και δεν προχωρά σε έκτακτη φορολόγηση της υψηλής κερδοφορίας των ενεργειακών ομίλων.
Για τα νοικοκυριά, όμως, η πραγματικότητα παραμένει σκληρή: όταν το κόστος της ενέργειας ανεβαίνει, δεν αυξάνεται μόνο ο λογαριασμός στο πρατήριο. Ακριβαίνουν οι μεταφορές, η παραγωγή, η εφοδιαστική αλυσίδα και τελικά μια σειρά από προϊόντα και υπηρεσίες.
Έτσι, το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν η πολιτική αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης θα περιοριστεί σε προσωρινές ενισχύσεις ή αν θα υπάρξουν ουσιαστικότερες παρεμβάσεις στη φορολογία και στην κατανομή των επιβαρύνσεων, ώστε το κόστος της κρίσης να μην μετακυλίεται δυσανάλογα στους καταναλωτές.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου