
Μπορεί στη ΔΕΘ να παρουσιάστηκαν φορολογικά μέτρα, οικονομικές εξαγγελίες και υποσχέσεις
για το μέλλον, όμως ένα κρίσιμο ζήτημα φαίνεται να έμεινε εκτός δημόσιας συζήτησης: ποιος και με ποια κριτήρια θα επιλέξει τους ανθρώπους που θα εργαστούν στα εκατοντάδες έργα που χρηματοδοτούνται με δημόσιο χρήμα.Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς μπροστά βρίσκονται νέα επενδυτικά προγράμματα και έργα συνολικού ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ. Πρόκειται για χρήματα που προέρχονται από δημόσιους πόρους και τα οποία μετατρέπονται σε συμβάσεις και θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα μέσω εργολαβικών και άλλων εταιρειών.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα: οι θέσεις αυτές θα καλυφθούν με αξιοκρατικά και διαφανή κριτήρια ή θα μετατραπούν σε ένα ακόμη πεδίο πελατειακών σχέσεων;
Από την αξιοκρατία στις «λίστες»;
Οι καταγγελίες που περιγράφονται δημιουργούν μια ιδιαίτερα σοβαρή εικόνα. Σύμφωνα με αυτές, ένα μεγάλο μέρος των προσλήψεων που συνδέονται με δημόσια έργα δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ζήτημα επιλογής εργαζομένων από τις ίδιες τις επιχειρήσεις, αλλά ως μια διαδικασία στην οποία μπορούν να παρεμβαίνουν πολιτικά και τοπικά δίκτυα.
Η λογική που περιγράφεται είναι απλή και αποκαλυπτική: οι εργολάβοι αναλαμβάνουν δημόσια έργα και στη συνέχεια χρειάζονται προσωπικό. Αντί όμως ο άνεργος να έχει ως βασικό «διαβατήριο» τα προσόντα, την εμπειρία και την ικανότητά του, εμφανίζεται το ενδεχόμενο να προωθούνται λίστες υποψηφίων από πολιτικά γραφεία, βουλευτές, υπουργούς ή άλλους παράγοντες.
Εάν αυτές οι καταγγελίες επιβεβαιώνονται, τότε δεν μιλάμε απλώς για ρουσφέτι. Μιλάμε για έναν ολόκληρο μηχανισμό διανομής ευκαιριών εργασίας με πολιτικά κριτήρια.
Και το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σκληρό: τι αξία έχει ένα πτυχίο, ένα μεταπτυχιακό, η επαγγελματική εμπειρία και η πραγματική ικανότητα ενός νέου ανθρώπου, όταν απέναντί του μπορεί να βρίσκεται κάποιος που διαθέτει το σωστό πολιτικό «τηλέφωνο»;
Χιλιάδες εργαζόμενοι στο έλεος ενός συστήματος
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο όσους αναζητούν σήμερα δουλειά. Αφορά και εργαζομένους που ήδη είχαν αποκτήσει εμπειρία σε έργα τα οποία χρηματοδοτήθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Πολλοί νέοι εργαζόμενοι απασχολήθηκαν σε έργα συγκεκριμένης διάρκειας, αποκτώντας εξειδίκευση και πολύτιμη εμπειρία. Όταν τα έργα ολοκληρώθηκαν, όμως, αρκετοί βρέθηκαν ξαφνικά εκτός αγοράς εργασίας.
Το οξύμωρο είναι ότι ενώ το κράτος ετοιμάζεται να χρηματοδοτήσει νέα έργα δισεκατομμυρίων, άνθρωποι που ήδη εργάστηκαν σε αντίστοιχα προγράμματα και γνωρίζουν το αντικείμενο κινδυνεύουν να βρεθούν στην ανεργία.
Η εμπειρία τους, αντί να αποτελεί προσόν, κινδυνεύει να χάσει κάθε αξία μπροστά σε ένα σύστημα όπου προτεραιότητα μπορεί να έχουν οι «σωστές» γνωριμίες.
Και για έναν νέο άνθρωπο που έχει οικογένεια, ενοίκιο, δάνειο ή υποχρεώσεις, η απώλεια μιας δουλειάς δεν είναι στατιστική. Είναι καθημερινή ανασφάλεια και αγωνία για το αύριο.
Το δημόσιο χρήμα, οι ιδιωτικές εταιρείες και το πολιτικό κόστος
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης.
Οι επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τα έργα είναι ιδιωτικές. Τα χρήματα, όμως, με τα οποία χρηματοδοτούνται πολλές από αυτές τις δραστηριότητες είναι δημόσια.
Αυτό δημιουργεί μια αυτονόητη απαίτηση: από τη στιγμή που το κράτος διαθέτει δισεκατομμύρια για να δημιουργήσει ανάπτυξη και θέσεις εργασίας, η διαδικασία πρέπει να είναι απολύτως διαφανής.
Ποιος προσλαμβάνεται; Με ποια κριτήρια; Ποιος καταρτίζει τους καταλόγους; Υπάρχουν πολιτικές παρεμβάσεις; Υπάρχει έλεγχος; Υπάρχει δυνατότητα καταγγελίας και ελέγχου μιας πρόσληψης που έγινε μέσω «σύστασης»;
Αυτά είναι ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντώνται με γενικόλογες αναφορές στην «ανάπτυξη».
Και στη μέση οι άνεργοι
Το πιο εξοργιστικό στοιχείο μιας τέτοιας πρακτικής είναι ότι μετατρέπει την ανάγκη για εργασία σε πολιτικό νόμισμα.
Ο άνεργος δεν ζητά χάρη. Ζητά δουλειά.
Ο πτυχιούχος δεν ζητά ρουσφέτι. Ζητά να αξιολογηθεί με βάση τις γνώσεις και την εμπειρία του.
Ο εργαζόμενος που έχασε τη θέση του επειδή ολοκληρώθηκε ένα έργο δεν ζητά προνόμιο. Ζητά να έχει μια πραγματική ευκαιρία να συνεχίσει να εργάζεται.
Όταν όμως η πρόσβαση στην εργασία εξαρτάται από το ποιον γνωρίζεις, τότε το κράτος δικαίου και η αξιοκρατία μετατρέπονται σε κενό σύνθημα.
Υπουργοί, βουλευτές και Εκκλησία στο ίδιο κάδρο των καταγγελιών
Ιδιαίτερα σοβαρές είναι και οι αναφορές περί ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών δικτύων για την προώθηση υποψηφίων.
Στο κείμενο που αποτέλεσε την αφετηρία αυτής της έρευνας γίνεται λόγος για λίστες που φέρονται να προωθούνται από υπουργούς και βουλευτές, αλλά και για παρεμβάσεις μέσω εκκλησιαστικών παραγόντων.
Πρόκειται για καταγγελίες που, εφόσον τεκμηριωθούν, εγείρουν τεράστια ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η πρόσβαση στην εργασία.
Γιατί ένας νέος άνθρωπος να πρέπει να αναζητήσει πολιτικό ή άλλο «μέσο» προκειμένου να διεκδικήσει μια θέση εργασίας σε μια εταιρεία που υλοποιεί δημόσιο έργο;
Και γιατί η πρόσβαση σε μια θέση που χρηματοδοτείται έμμεσα ή άμεσα από δημόσιους πόρους να μπορεί να αποτελεί αντικείμενο πολιτικής διαμεσολάβησης;
Η κυβέρνηση οφείλει απαντήσεις
Το ζήτημα δεν μπορεί να κλείσει με μια γενική διαβεβαίωση ότι «όλα γίνονται νόμιμα».
Η νομιμότητα είναι το ελάχιστο. Η αξιοκρατία και η διαφάνεια είναι το ζητούμενο.
Αν πράγματι δεν υπάρχουν πολιτικές λίστες, ας δημοσιοποιηθούν οι διαδικασίες.
Αν οι εργολάβοι επιλέγουν αποκλειστικά οι ίδιοι το προσωπικό τους, ας εξηγηθεί με ποια διαδικασία γίνεται η επιλογή.
Αν δεν υπάρχει καμία πολιτική παρέμβαση, ας υπάρξει πλήρης διαφάνεια ώστε να μπορεί να ελεγχθεί.
Και κυρίως: αν η κυβέρνηση δεν χρησιμοποιεί τις θέσεις εργασίας ως εκλογικό εργαλείο, οφείλει να το αποδείξει.
Γιατί σε μια δημοκρατία δεν αρκεί να λέει κάποιος ότι δεν υπάρχει ρουσφέτι. Πρέπει να μπορεί να αποδείξει ότι η θέση εργασίας καταλήγει σε εκείνον που την αξίζει και όχι σε εκείνον που διαθέτει την ισχυρότερη γνωριμία.
Το πραγματικό «υπερόπλο»;
Οι καταγγελίες αποκτούν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος όταν συνδέονται με την προεκλογική περίοδο.
Εάν πράγματι δημιουργείται μπροστά μας ένας νέος κύκλος έργων και χιλιάδων προσλήψεων, τότε η κυβέρνηση διαθέτει στα χέρια της ένα τεράστιο εργαλείο οικονομικής και κοινωνικής επιρροής.
Και ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται αυξημένος έλεγχος.
Γιατί οι θέσεις εργασίας δεν είναι προεκλογικά λάφυρα. Δεν είναι προσωπική εξυπηρέτηση. Δεν είναι αντάλλαγμα για ψήφο.
Είναι δικαίωμα κάθε πολίτη να διεκδικεί εργασία με ίσους όρους.
Και εάν οι καταγγελίες περί «λίστας», πολιτικών παρεμβάσεων και πελατειακών προσλήψεων έχουν έστω και ένα μέρος αλήθειας, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς η ύπαρξη κάποιων ρουσφετιών.
Το πρόβλημα είναι η πιθανότητα να έχει στηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός γύρω από το δημόσιο χρήμα, με τον άνεργο να βρίσκεται τελευταίος στην ουρά και τον πολιτικά διασυνδεδεμένο να προηγείται.
Αυτό δεν είναι ανάπτυξη.
Είναι αναξιοκρατία με δημόσια χρηματοδότηση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου