Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΗΓΕΜΟΝΙΑ «ΤΡΙΖΕΙ» – ΣΙ ΤΖΙΝΠΙΝΓΚ, ΠΟΥΤΙΝ, ΜΟΝΤΙ ΚΑΙ ΠΕΖΕΣΚΙΑΝ ΕΝΩΝΟΥΝ ΔΥΝΑΜΕΙΣ – Η ΚΙΝΑ ΣΠΑΕΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΡΩΣΙΑΣ ΚΑΙ ΙΡΑΝ ΚΑΙ Η ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ ΧΑΝΕΙ ΤΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ ΕΠΙΡΡΟΗΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 



china

Η ομαδική φωτογραφία από το Μπισκέκ είναι ίσως πιο σημαντική από τις αποφάσεις που θα

λάβει η ίδια η σύνοδος. Σι Τζινπίνγκ, Βλαντίμιρ Πούτιν, Ναρέντρα Μόντι, Μασούντ Πεζεσκιάν και ηγέτες από ένα μεγάλο τμήμα της Ευρασίας συγκεντρώθηκαν τη Δευτέρα στην πρωτεύουσα του Κιργιστάν για τη σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO).

Οι προθέσεις τους είναι αρκετά σαφείς. Δεν συγκροτούν μια νέα συμμαχία ικανή να ανταγωνιστεί στρατιωτικά τη Δύση. Δεν συμφωνούν καν μεταξύ τους σε πολλά μεγάλα διεθνή ζητήματα. Η συνάντησή τους αποτυπώνει όμως μια αλλαγή που εξελίσσεται εδώ και χρόνια και γίνεται ολο και περισσότερο ορατή. Για έναν αυξανόμενο αριθμό χωρών, η Ουάσιγκτον δεν αποτελεί πλέον τον μοναδικό δρόμο προς τις αγορές, το εμπόριο και τη διεθνή πολιτική επιρροή.

Και στο επίκεντρο αυτής της αλλαγής βρίσκεται η Κίνα. Το Πεκίνο δεν χρειάζεται να αντιπαρατεθεί στρατιωτικά με τις ΗΠΑ για να μεταβάλει τους διεθνείς συσχετισμούς. Αρκεί σε πολλές περιπτώσεις να συνεχίζει να αγοράζει, να πουλά, να επενδύει και να χρηματοδοτεί εκεί όπου η Ουάσιγκτον επιδιώκει οικονομική απομόνωση.

Η Ρωσία αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022, οι δυτικές κυρώσεις περιόρισαν δραστικά τις οικονομικές σχέσεις της Μόσχας με την Ευρώπη. Η Κίνα όμως συνέχισε να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο, ενώ το κινεζικό εμπόριο και οι εισαγωγές τεχνολογίας βοήθησε τη ρωσική οικονομία να προσαρμοστεί.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις δεν είχαν κόστος. Εκείνο που δεν επιβεβαιώθηκε ήταν η προσδοκία ότι η οικονομική πίεση θα μπορούσε να αποκόψει τη Ρωσία από αρκετά μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου ώστε να αλλάξει την πολιτική της.

Το ίδιο έργο και με το Ιράν

Τώρα η ίδια μεταβολή γίνεται ακόμη πιο καθαρή στην περίπτωση του Ιράν. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει εξαπολύσει νέα εκστρατεία οικονομικής πίεσης εναντίον της Τεχεράνης, απειλώντας ακόμη και τρίτες χώρες με δευτερογενείς κυρώσεις εάν συνεχίσουν να συναλλάσσονται μαζί της.

Μόνο που η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας πολιτικής προϋποθέτει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να επιβάλουν τους κανόνες τους όχι μόνο στον αντίπαλό τους αλλά και σε όσους επιλέγουν να συναλλάσσονται μαζί του. Και αυτό γίνεται πολύ δυσκολότερο όταν απέναντί τους βρίσκεται η Κίνα.

Το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και επομένως η σημαντικότερη οικονομική διέξοδος της Τεχεράνης. Η Ουάσιγκτον μπορεί να επιβάλει κυρώσεις σε μικρότερες κινεζικές εταιρείες ή μεσάζοντες. Το να επιχειρήσει όμως να επιβάλει τις ίδιες επιλογές στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη είναι εντελώς διαφορετική υπόθεση.

Ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε με έναν «οικονομικό D-Day» όσους εξακολουθούν να προσφέρουν οικονομικές διεξόδους στο Ιράν. Μέχρι στιγμής όμως δεν έχει προχωρήσει στην ευθεία οικονομική σύγκρουση με το Πεκίνο που θα απαιτούσε η πλήρης εφαρμογή αυτής της απειλής.

Υπάρχει ένας πολύ πρακτικός λόγος. Σε λίγες εβδομάδες ο Σι αναμένεται στην Ουάσιγκτον, όπου οι δύο ηγέτες θα επιχειρήσουν να παρατείνουν την εύθραυστη οικονομική εκεχειρία ΗΠΑ και Κίνας.

Η αντίφαση είναι εμφανής. Η Ουάσιγκτον θέλει να διατηρήσει ένα διεθνές σύστημα στο οποίο μπορεί να αποκλείει οικονομικά έναν αντίπαλό της, χωρίς όμως να συγκρουστεί με τη δύναμη που διαθέτει πλέον το οικονομικό μέγεθος για να καταστήσει αυτόν τον αποκλεισμό πολύ λιγότερο αποτελεσματικό.

Κάνε εμπόριο, όχι πόλεμο

Αυτό εξηγεί και την προσεκτική στάση του Σι απέναντι στους εταίρους του. Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης περιλαμβάνει σήμερα δέκα κράτη και περισσότερο από το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού. Απέχει όμως πολύ ακόμα από το να συγκροτεί ένα ενιαίο αντιδυτικό μπλοκ.

Η Ινδία διατηρεί στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ και ταυτόχρονα αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο. Κίνα και Ινδία εξακολουθούν να έχουν σοβαρές διαφορές. Ινδία και Πακιστάν συμμετέχουν στον ίδιο οργανισμό παρά τη μεταξύ τους αντιπαλότητα. Και όταν το Ιράν βρέθηκε σε πόλεμο με τις ΗΠΑ, ούτε η Κίνα ούτε η Ρωσία έσπευσαν να το υπερασπιστούν στρατιωτικά.

Αυτό όμως δεν καθιστά τον οργανισμό αδιάφορο. Αντίθετα, ίσως αποκαλύπτει τι σημαίνει στην πράξη ένας περισσότερο πολυπολικός κόσμος. Δεν χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα νέο ΝΑΤΟ υπό κινεζική ηγεσία ούτε οι χώρες που αμφισβητούν την αμερικανική κυριαρχία να μετατραπούν σε συμμάχους. Αρκεί να υπάρχουν αρκετά μεγάλα κέντρα οικονομικής και πολιτικής ισχύος ώστε μια κυβέρνηση να διαθέτει περισσότερες από μία επιλογές.

Η Κίνα μπορεί να αγοράζει πετρέλαιο από μια χώρα που βρίσκεται υπό κυρώσεις, να της πουλά προϊόντα και τεχνολογία και να διατηρεί ανοιχτούς εμπορικούς δρόμους, χωρίς να αναλαμβάνει το κόστος της στρατιωτικής της προστασίας.

Με αυτόν τον τρόπο αποκτά επιρροή χωρίς να επαναλαμβάνει το μοντέλο των αμερικανικών στρατιωτικών επεμβάσεων των προηγούμενων δεκαετιών. Ακόμη και η επιλογή του Μπισκέκ έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό.

Το Κιργιστάν υπήρξε σοβιετική δημοκρατία και για δεκαετίες θεωρούνταν τμήμα της φυσικής σφαίρας επιρροής της Μόσχας. Σήμερα η οικονομική παρουσία της Κίνας στην Κεντρική Ασία μεγαλώνει, ενώ η εξάρτηση της ίδιας της Ρωσίας από το Πεκίνο έχει ενισχυθεί θεαματικά. Η σχέση Σι και Πούτιν παραμένει στενή, αλλά γίνεται ολοένα περισσότερο μια σχέση στην οποία ο ισχυρότερος εταίρος βρίσκεται στο Πεκίνο.

Ένας κόσμος με περισσότερες επιλογές

Ίσως λοιπόν η σημαντικότερη εικόνα από το Μπισκέκ να μην είναι εκείνη μιας νέας αντιδυτικής συμμαχίας. Η Κίνα δεν έχει δημιουργήσει ένα κινεζικό ΝΑΤΟ και ο Σι δεν αντικαθιστά τον Αμερικανό πρόεδρο στην κορυφή μιας νέας παγκόσμιας πυραμίδας. Άλλωστε, η αντικατάσταση μιας μοναδικής κυρίαρχης δύναμης από μια άλλη δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολυπολικότητα.

Εκείνο που διαμορφώνεται μοιάζει διαφορετικό. Περισσότερες χώρες αποκτούν τη δυνατότητα να αρνηθούν μια αμερικανική απαίτηση χωρίς το κόστος αυτής της άρνησης να είναι απαγορευτικό.

Η Ρωσία μπορεί να χάσει την ευρωπαϊκή αγορά και να στραφεί περισσότερο προς την Ασία. Το Ιράν μπορεί να αποκλειστεί από μεγάλο μέρος του δυτικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και να εξακολουθεί να πουλά πετρέλαιο στην Κίνα. Η Ινδία μπορεί να συνεργάζεται με την Ουάσιγκτον και ταυτόχρονα να αγοράζει ρωσική ενέργεια όταν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά της.

Για δεκαετίες, ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της Ουάσιγκτον δεν ήταν απλώς η στρατιωτική της υπεροχή. Ήταν η δυνατότητά της να κάνει την απομάκρυνση από το αμερικανικό οικονομικό και πολιτικό σύστημα εξαιρετικά δαπανηρή. Η Κίνα δεν έχει εξαλείψει αυτό το κόστος. Το καθιστά  όμως σήμερα λιγότερο απαγορευτικό.

Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μήνυμα της συνόδου στο Μπισκέκ. Αυτό που μοιάζει να αναδύεται δεν είναι μια εναλλακτική στρατιωτική συμμαχία, ούτε ένας κόσμος στον οποίο το Πεκίνο έχει τη δυνατότητα να υπαγορεύει τις επιλογές του όπως κάποτε η Ουάσιγκτον.

Εκείνο που δείχνει να διαμορφώνεται είναι ένας κόσμος στον οποίο γίνεται ολοένα δυσκολότερο για μία και μόνη υπερδύναμη να καθορίζει ποιος θα συναλλάσσεται με ποιον και ποιος θα στριμώχνεται στη γωνία. Για κάποιους αυτό αποτελεί οδυνηρή απώλεια επιρροής. Για πολύ περισσότερους όμως μπορεί απλώς να σημαίνει ότι υπάρχουν πλέον περισσότερες επιλογές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: