
Ένας εξαιρετικά δύσκολος χειμώνας προδιαγράφεται για τα ελληνικά νοικοκυριά, καθώς το κόστος της
θέρμανσης και της ηλεκτρικής ενέργειας απειλεί να πιέσει ακόμη περισσότερο οικογενειακούς προϋπολογισμούς που ήδη βρίσκονται στα όριά τους. Πετρέλαιο θέρμανσης, φυσικό αέριο και ρεύμα συνθέτουν ένα εκρηκτικό ενεργειακό μείγμα, την ώρα που η κυβέρνηση πανηγυρίζει για το πακέτο της ΔΕΘ και παρουσιάζει υποσχέσεις για μελλοντικές μειώσεις στους λογαριασμούς.Η πραγματικότητα, όμως, που αντιμετωπίζουν οι πολίτες είναι πολύ λιγότερο αισιόδοξη. Απέχουν μόλις λίγες εβδομάδες από την έναρξη της περιόδου διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης και οι σημερινές προβολές μόνο καθησυχαστικές δεν είναι. Η μέση πανελλαδική τιμή ενδέχεται να ξεπεράσει τα 1,90 ευρώ το λίτρο, ενώ στις περιοχές της Βόρειας Ελλάδας η ανάγκη για θέρμανση μπορεί να εμφανιστεί ακόμη νωρίτερα.
Την ίδια ώρα, η διεθνής αγορά πετρελαίου παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με το Μπρεντ να πλησιάζει ξανά τα 100 δολάρια το βαρέλι. Εάν οι πιέσεις αυτές μεταφερθούν στην ελληνική αγορά, οι οικογένειες θα βρεθούν αντιμέτωπες με έναν χειμώνα όπου η θέρμανση θα αποτελεί για πολλούς ακόμη ένα δυσβάσταχτο έξοδο.
Και το πρόβλημα δεν σταματά στο πετρέλαιο. Το φυσικό αέριο και το ηλεκτρικό ρεύμα παραμένουν κρίσιμοι παράγοντες για το τελικό κόστος που θα κληθούν να πληρώσουν τα νοικοκυριά. Η κυβέρνηση θέτει ως στόχο για το τέλος του 2029 τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στα 16,6 έως 17 λεπτά ανά κιλοβατώρα χωρίς φόρους και ΦΠΑ, υποσχόμενη μείωση περίπου 70 ευρώ ανά μεγαβατώρα σε σχέση με τη σημερινή τιμή αναφοράς.
Το ερώτημα, όμως, είναι τι θα γίνει μέχρι τότε. Γιατί οι πολίτες δεν ζουν το 2029. Ζουν τον φετινό χειμώνα και καλούνται να πληρώσουν τους λογαριασμούς που έρχονται τώρα. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της κυβερνητικής πολιτικής: η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη παρουσιάζει ως μεγάλη επιτυχία μια μελλοντική αποκλιμάκωση, την ώρα που οι οικογένειες χρειάζονται άμεση ανακούφιση από το κόστος της καθημερινότητας.
Το κυβερνητικό σχέδιο προβλέπει παρεμβάσεις άνω των 5 δισ. ευρώ, με την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την αποθήκευση, τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών και την αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών να αποτελούν βασικούς άξονες. Ωστόσο, ακόμη και σε ορισμένες από τις παρεμβάσεις που παρουσιάζονται ως σημαντικές, το άμεσο όφελος για τον καταναλωτή εμφανίζεται περιορισμένο.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της μείωσης της χρέωσης για τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας από την 1η Ιανουαρίου 2027. Για ένα νοικοκυριό με κατανάλωση 300 κιλοβατώρες τον μήνα, η μείωση αντιστοιχεί περίπου σε ένα ευρώ τον μήνα. Την ίδια στιγμή, οι ρευματοκλοπές κοστίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως και μέρος αυτής της επιβάρυνσης μετακυλίεται στους συνεπείς καταναλωτές.
Το κυβερνητικό αφήγημα περί ενεργειακής αποκλιμάκωσης, επομένως, συγκρούεται με την καθημερινότητα. Οι πολίτες δεν χρειάζονται μόνο εξαγγελίες για το 2029, ούτε σχέδια που θα αποδώσουν σε βάθος χρόνου. Χρειάζονται λογαριασμούς που να μπορούν να πληρώσουν σήμερα, θέρμανση που να μπορούν να αντέξουν οικονομικά και ένα κράτος που να παρεμβαίνει όταν το κόστος ζωής γίνεται δυσβάσταχτο.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα ακόμη μεγάλο στοίχημα. Μετά από χρόνια κατά τα οποία το κόστος ενέργειας έχει γίνει μόνιμος πονοκέφαλος για εκατομμύρια οικογένειες, οι πολίτες καλούνται και πάλι να περιμένουν. Να περιμένουν τις επενδύσεις, τις μπαταρίες, τις διασυνδέσεις, τους έξυπνους μετρητές και τις μελλοντικές μειώσεις.
Μόνο που ο χειμώνας δεν περιμένει.
Έρχεται και μαζί του έρχονται λογαριασμοί, πετρέλαιο θέρμανσης, φυσικό αέριο και αυξημένες ανάγκες για ηλεκτρική ενέργεια. Για πολλά νοικοκυριά, το δίλημμα μπορεί να γίνει σκληρό: να ζεστάνουν το σπίτι ή να περιορίσουν άλλες βασικές ανάγκες για να μπορέσουν να πληρώσουν.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση: όσο οι εξαγγελίες παραπέμπουν στο 2029, η κοινωνία μετρά ήδη αντίστροφα για έναν πολύ δύσκολο χειμώνα. Οι υποσχέσεις για το μέλλον δεν μπορούν να σβήσουν τη φωτιά των σημερινών λογαριασμών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου