
Η κυβερνητική εικόνα που επιχειρεί να παρουσιάσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο πλαίσιο του
απολογισμού του πρώτου εξαμήνου του 2026 μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακή ανασύνθεση γνωστών προβλημάτων παρά με ουσιαστική λογοδοσία για τα αποτελέσματα της πολιτικής του. Παρά τις διακηρύξεις για «μετρήσιμο έργο» και «βελτίωση της καθημερινότητας», η πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες δείχνει ένα σημαντικό χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες και την κοινωνική εμπειρία.Κεντρικό σημείο της τοποθέτησης αποτέλεσε για ακόμη μια φορά η ακρίβεια, την οποία η κυβέρνηση αναγνωρίζει ως «νούμερο ένα προτεραιότητα». Ωστόσο, η παραδοχή αυτή έρχεται μετά από παρατεταμένη περίοδο ανόδου τιμών, χωρίς να έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα οι πολιτικές ελέγχου της αγοράς. Η αισιοδοξία του πρωθυπουργού ότι η μείωση στις διεθνείς τιμές πετρελαίου θα μετακυλιστεί άμεσα στην αντλία, παραγνωρίζει μια βασική αδυναμία της ελληνικής αγοράς καυσίμων: την έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού και την καθυστερημένη –ή και ανύπαρκτη– προσαρμογή των τιμών προς τα κάτω όταν οι διεθνείς συνθήκες το επιτρέπουν.
Οι εξαγγελίες για «πάγωμα τιμών» και μελλοντικές μειώσεις σε βασικά προϊόντα μέχρι το τέλος του 2026 εγείρουν επίσης σοβαρά ερωτήματα αξιοπιστίας. Πρόκειται για μια συμφωνία με την αγορά που δεν συνοδεύεται από σαφείς μηχανισμούς ελέγχου, κυρώσεων ή δεσμευτικών εγγυήσεων. Στην πράξη, τέτοιες ανακοινώσεις έχουν επαναληφθεί στο παρελθόν με περιορισμένα ή προσωρινά αποτελέσματα, χωρίς να αντιμετωπίζεται η δομική αιτία της ακρίβειας: η συσσώρευση υπερκερδών σε κρίσιμους κλάδους και η αδυναμία ουσιαστικής ρύθμισης.
Παράλληλα, η κυβερνητική επιχειρηματολογία που προβάλλει επιδόματα και μικρές ενισχύσεις ως απάντηση στην κρίση κόστους ζωής δεν αγγίζει το πρόβλημα στη ρίζα του. Τα 150 ευρώ ανά παιδί ή οι επιστροφές ενοικίου παρουσιάζονται ως «ανάσα», αλλά στην πραγματικότητα λειτουργούν ως προσωρινά μέτρα απορρόφησης της δυσαρέσκειας, την ώρα που το διαθέσιμο εισόδημα συνεχίζει να πιέζεται από ενοίκια, τρόφιμα και ενέργεια.
Στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων, η κυβέρνηση επιχειρεί να χτίσει αφήγημα συνέπειας και προόδου, επικαλούμενη παρεμβάσεις όπως οι συλλογικές συμβάσεις, ο νέος κώδικας τοπικής αυτοδιοίκησης και η κτηματογράφηση. Ωστόσο, πίσω από την εικόνα αυτή, παραμένουν ανοιχτά ζητήματα εφαρμογής, κοινωνικής αποτελεσματικότητας και ανισοτήτων. Η αύξηση των συλλογικών συμβάσεων δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ουσιαστική ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος των εργαζομένων σε όλους τους κλάδους, ενώ η αγορά εργασίας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από χαμηλούς μισθούς και υψηλό κόστος διαβίωσης.
Ακόμη και οι αναφορές σε μεγάλα έργα υποδομής και ψηφιακές μεταρρυθμίσεις εντάσσονται σε ένα γνωστό μοντέλο πολιτικής προβολής «έργων βιτρίνας», χωρίς αντίστοιχη συζήτηση για την καθημερινή λειτουργία του κράτους, τις ανισότητες μεταξύ περιφερειών ή τις χρόνιες ελλείψεις σε υγεία και παιδεία. Η επίκληση του Ταμείου Ανάκαμψης λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικό άλλοθι παρά ως εργαλείο συνολικού μετασχηματισμού της δημόσιας διοίκησης.
Συνολικά, η κυβερνητική εικόνα που παρουσιάζεται μέσα από τις δηλώσεις του πρωθυπουργού αποτυπώνει μια προσπάθεια ελέγχου της ατζέντας μέσω υποσχέσεων και αποσπασματικών παρεμβάσεων, αντί για μια συνεκτική στρατηγική αντιμετώπισης των δομικών προβλημάτων της οικονομίας και της κοινωνίας. Η ακρίβεια, η στασιμότητα των πραγματικών εισοδημάτων και οι ανισότητες παραμένουν τα κεντρικά ζητήματα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου