
Τα νούμερα είναι αδυσώπητα και μιλούν από μόνα τους. Οι ελληνικές τράπεζες μοιράζουν 2,5
δισεκατομμύρια ευρώ σε μερίσματα, και από αυτά τα 1,7 δισεκατομμύρια — δηλαδή το 68% — εξατμίζονται προς ξένους μετόχους. Φεύγουν προς το εξωτερικό, μακριά από την Ελλάδα, μακριά από τους Έλληνες που τα παρήγαγαν με τον ιδρώτα και τις στερήσεις τους, την ίδια ώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη πανηγυρίζει για «ανάπτυξη» και «επενδυτική εμπιστοσύνη».Ποιος πληρώνει στην πραγματικότητα; Πάντα ο ίδιος: ο Έλληνας πελάτης. Τα κέρδη αυτά δεν έπεσαν από τον ουρανό — προήλθαν από τα υψηλότερα επιτόκια δανείων σε όλη τη ζώνη του ευρώ, από προμήθειες που χρεώνονται σε κάθε συναλλαγή, από spreads τόσο υπερβολικά που θα ντρέπονταν ακόμη και οι πιο επιθετικές τράπεζες της Δύσης. Κι όλα αυτά συμβαίνουν με την ανοχή, αν όχι την ευλογία, μιας κυβέρνησης που προτιμά να χαϊδεύει τα τραπεζικά συμφέροντα παρά να προστατεύσει τον πολίτη.
Ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας παλεύει να ανανεώσει το δάνειό του με επιτόκιο που αγγίζει το 7-8%. Ο νέος που ονειρεύεται να αποκτήσει σπίτι βλέπει τις τιμές να εκτοξεύονται, ενώ το στεγαστικό του κοστίζει μια περιουσία. Η νοικοκυρά πληρώνει 3 ευρώ για μια απλή τραπεζική μεταφορά. Αυτοί είναι οι αθέατοι, σιωπηλοί χρηματοδότες των ξένων μετόχων — και κανείς στο Μέγαρο Μαξίμου δεν φαίνεται να ανησυχεί γι’ αυτούς.
Η αρχιτεκτονική της εκμετάλλευσης είναι απλή και κυνική. Πρώτα, οι ξένοι επενδυτές αγοράζουν μετοχές ελληνικών τραπεζών, σε πολλές περιπτώσεις με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, μέσα από ανακεφαλαιοποιήσεις που πλήρωσε ο Έλληνας φορολογούμενος. Έπειτα, οι τράπεζες χρεώνουν τους Έλληνες πελάτες με κάθε δυνατό τρόπο, χτίζοντας κέρδη ρεκόρ πάνω στις πλάτες τους. Τελικά, τα κέρδη αυτά μοιράζονται ως μερίσματα, με το μεγαλύτερο μέρος να κατευθύνεται εκτός Ελλάδας. Το αποτέλεσμα είναι εξοργιστικό: ο Έλληνας πολίτης χρηματοδότησε τις τράπεζες δύο φορές — μία ως φορολογούμενος στα χρόνια της κρίσης, και μία ως πελάτης κάθε μέρα που περνά, χωρίς η κυβέρνηση να κάνει το παραμικρό για να σπάσει αυτόν τον κύκλο.
Και η Πολιτεία; Απλά απούσα. Κανείς δεν ρωτάει δημόσια γιατί οι ελληνικές τράπεζες δεν επανεπενδύουν μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους στην πραγματική οικονομία. Κανείς δεν απαιτεί να μειωθούν τα επιτόκια δανεισμού. Κανείς δεν πιέζει να χρηματοδοτηθούν επιθετικά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι νέοι, οι αγρότες. Η απάντηση είναι πικρή αλλά ξεκάθαρη: δεν υπάρχει κανείς να τις αναγκάσει, γιατί η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επιλέξει συνειδητά τον ρόλο του θεατή. Οι ρυθμιστικές αρχές κοιτάζουν αλλού, η εξουσία αντιμετωπίζει τις τράπεζες με γάντια, υποτίθεται φοβούμενη την αστάθεια — και οι τράπεζες, βέβαια, το γνωρίζουν αυτό άριστα και το εκμεταλλεύονται συστηματικά, με την ανοχή να μετατρέπεται σε σιωπηρή συνενοχή.
Πότε επιτέλους θα αποφασίσουμε ως κοινωνία να θέσουμε το προφανές ερώτημα: για ποιον δουλεύουν στην πραγματικότητα οι ελληνικές τράπεζες; Για τους Έλληνες πολίτες που τις έσωσαν με τα λεφτά τους και τις τροφοδοτούν καθημερινά; Ή για τους ξένους fund managers που κάθονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και εισπράττουν αδρά, χωρίς να έχουν βάλει ποτέ το πόδι τους σε ελληνικό κατάστημα — την ίδια ώρα που η κυβέρνηση τους στρώνει το χαλί;
Τα 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ έχουν ήδη δώσει την απάντηση. Η ληστεία δεν γίνεται πάντα με κουκούλα και καλάσνικοφ. Μερικές φορές γίνεται με κοστούμι, PowerPoint, ετήσια έκθεση μετόχων — και μια κυβέρνηση που κάνει πως δεν βλέπει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου